Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2008

WONDERFUL LIFE

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

ΕΠΕΙΔΗ
η ζωή είναι υπέροχη
ας αφήσουμε ότι μας βαραίνει
να το πάρει μαζί του ο χρόνος που φεύγει.


Ας υποδεχτούμε τον καινούριο
πιο αισιόδοξα γι αυτά που θα μας φέρει
αντλώντας δύναμη από έναν φίλο
ή ακόμη καλύτερα κάνοντας
φίλο μας τον εαυτό μας.



ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

ΑΓΓΕΛΙΕΣ


Η φωτογραφία είναι από το ιστολόγιο μωβ στιγμές


Διατίθεται απόγνωσις
εις αρίστην καταστασιν,
και ευρύχωρον αδιέξοδον.
Σε τιμές ευκαιρίας.

Ανεκμετάλλευτον και εύκαρπον
έδαφος πωλείται
ελλείψει τύχης και διαθέσεως.
Και χρόνος αμεταχείριστος εντελώς.

Πληροφορίαι: Αδιέξοδον.
Ώρα: Πάσα.


ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2008

ΤΟ ΑΝΘΟΣ ΤΟΥ ΓΙΑΛΟΥ


από το ΑΝΘΟΣ ΤΟΥ ΓΙΑΛΟΥ


του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ




... Βλέπετε αὐτὸ τὸ χάλασμα, τὸ Καλύβι τῆς Λουλούδως, ποὺ λένε πῶς εἶναι στοιχειωμένο; Ἐδῶ τὸν παλαιὸν καιρὸ ἐκατοικοῦσε μιὰ κόρη, ἡ Λουλούδω, ὁποὺ τὴν εἶχαν ὀνοματίσει γιὰ τὴν ἐμορφιά της, - ἔλαμπε ὁ ἥλιος, ἔλαμπε κι αὐτὴ - μαζὶ μὲ τὸν πατέρα της τὸν γερό-Θεριὰ (ἑλληνικὰ τὸν ἔλεγαν Θηρέα), ὅπου ἐκυνηγοῦσε ὅλους τους Δράκους καὶ τὰ Στοιχειά, μὲ τὴν ἀσημένια σαγίτα καὶ μὲ φαρμακωμένα βέλη. Ἕνα Βασιλόπουλο ἀπὸ τὰ ξένα τὴν ἀγάπησε τὴν ὄμορφη Λουλούδω. Τῆς ἔδωκε τὸ δαχτυλίδι του, κ᾿ ἐκίνησε νὰ πάῃ στὸ σεφέρι καὶ τῆς ἔταξε μὲ ὅρκον ὅτι, ἅμα νικήση τοὺς βαρβάρους, τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός, θὰ ἔρθη νὰ τὴν στεφανωθῇ.
»Ἐπῆγε τὸ Βασιλόπουλο. Ἔμεινεν ἡ Λουλούδω, ρίχνοντας τὰ δάκρυά της στὸ κῦμα, στὸν ἀέρα στέλνοντας τοὺς ἀναστεναγμούς της, καὶ τὴν προσευχὴ στὰ οὐράνια, νὰ βγῆ νικητὴς τὸ Βασιλόπουλο, νὰ ἔρθη ἡ μέρα ποὺ θὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός, νὰ γυρίση ὁ σαστικός της νὰ τὴν στεφανωθῆ.
»Ἔφτασε ἡ μέρα ποὺ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. Ἡ Παναγία μὲ ἀστραφτερὸ πρόσωπο, χωρὶς πόνο, χωρὶς βοήθεια, γέννησε τὸ Βρέφος μὲς στὴ Σπηλιά, τὸ ἐσήκωσε, τὸ ἐσπαργάνωσε μὲ χαρά, καὶ τὸ ῾βαλε στὸ παχνί, γιὰ νὰ τὸ κοιμίση. Ἕνα βοϊδάκι κ᾿ ἕνα γαϊδουράκι ἐσίμωσαν τὰ χνῶτα τοὺς στὸ παχνὶ κ᾿ ἐφυσοῦσαν μαλακὰ νὰ ζεστάνουν τὸ θεῖο Βρέφος. Νά, τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!
»Ἦρθαν οἱ βοσκοί, δυὸ γέροι μὲ μακριὰ ἄσπρα μαλλιά, μὲ τὶς μαγκοῦρες τους, ἕνα βοσκόπουλο μὲ τὴ φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ θεῖο Βρέφος. Εἶχαν ἰδεῖ τὸν Ἄγγελον ἀστραπόμορφον, μὲ χρυσογάλανα λευκὰ φτερά, εἶχαν ἀκούσει τ᾿ ἀγγελούδια ποὺ ἔψαλλαν: Δόξα ἐν ὑφίστοις Θεῷ! Ἔμειναν γονατιστοί, μ᾿ ἐκστατικὰ μάτια, κάτω ἀπὸ τὸ παχνί, πολλὴν ὥρα, κ᾿ ἐλάτρευαν ἀχόρταγα τὸ θάμα τὸ οὐράνιο. Νά! τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!
»Ἔφτασαν κ᾿ οἱ τρεῖς Μάγοι, καβάλα στὶς καμῆλες τους. Εἶχαν χρυσὲς μίτρες στὸ κεφάλι, κ᾿ ἐφοροῦσαν μακριὲς γοῦνες μὲ πορφύρα κατακόκκινη. Καὶ τ᾿ ἀστεράκι, ἕνα λαμπρὸ χρυσὸ ἀστέρι, ἐχαμήλωσε κ᾿ ἐκάθισε στὴ σκεπὴ τῆς Σπηλιᾶς, κι ἔλαμπε μὲ γλυκὸ οὐράνιο φῶς, ποὺ παραμέριζε τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι. Οἱ τρεῖς βασιλικοὶ γέροι ξεπέζεψαν ἀπ᾿ τὶς καμῆλες τους, ἐμπήκαν στὸ Σπήλαιο, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ Παιδί. Ἄνοιξαν τὰ πλούσια τὰ δισάκια τους, κ᾿ ἐπρόσφεραν δῶρα: χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν.
- »Νά! τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!
»Πέρασαν τὰ Χριστούγεννα, τελειώθηκε τὸ μυστήριο, ἔγινε ἡ σωτηρία, καὶ τὸ Βασιλόπουλο δὲν ᾖρθε νὰ πάρη τὴν Λουλούδω! Οἱ βάρβαροι εἶχαν πάρει σκλάβο τὸ Βασιλόπουλο. Τὸ φουσάτο του εἶχε νικήσει στὴν ἀρχή, τὰ φλάμπουρά του εἶχαν κυριέψει μὲ ἀλαλαγμὸ τὰ κάστρα τῶν βαρβάρων. Τὸ Βασιλόπουλο εἶχε χυμήξει μὲ ἀκράτητην ὁρμή, ἀπάνω στὸ μούστωμα καὶ στὴ μέθη τῆς νίκης. Οἱ βάρβαροι μὲ δόλο τὸν εἶχαν αἰχμαλωτίσει!
»Τὰ δάκρυα τῆς κόρης ἐπίκραναν τὸ κῦμα τ᾿ ἁρμυρό, οἱ ἀναστεναγμοί της ἐδιαλύθηκαν στὸν ἀέρα, κ᾿ ἡ προσευχή της ἔπεσε πίσω στὴ γῆ, χωρὶς νὰ φθάση στὸ θρόνο τοῦ Μεγαλοδύναμου. Ἕνα λουλουδάκι ἀόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ἀνάμεσα στοὺς δυὸ αὐτοὺς βράχους, ὁποὺ τὸ λὲν Ἀνθὸς τοῦ Γιαλοῦ, ἀλλὰ μάτι δὲν τὸ βλέπει. Καὶ τὸ Βασιλόπουλο, ποὺ εἶχε πέσει στὰ χέρια τῶν βαρβάρων, ἐπαρακάλεσε νὰ γίνῃ Σπίθα, φωτιὰ τοῦ πελάγους, γιὰ νὰ φτάση ἐγκαίρως, ὡς τὴν ἡμέρα ποὺ γεννᾶται ὁ Χριστός, νὰ φυλάξη τὸν ὅρκο του, ποὺ εἶχε δώσει στὴ Λουλούδω.
»Μερικοὶ λένε, πῶς τὸ Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ ἔγινε ἀνθός, ἀφρὸς τοῦ κύματος. Κ᾿ ἡ Σπίθα ἐκείνη, ἡ φωτιὰ τοῦ πελάγου ποὺ εἶδες, Μάνο, εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Βασιλόπουλου, ποὺ ἔλιωνε, σβήσθηκε στὰ σίδερα τῆς σκλαβιᾶς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν βλέπει πιά, παρὰ μόνον ὅσοι ἦταν καθαροὶ τὸν παλαιὸν καιρόν, καὶ οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι στὰ χρόνια μας».

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ-ΜΟΝΑΞΙΑ


Κάτσε δίπλα μου πάλι κι απόψε
από παιδί ψάχνω να με βρω
μην φοβηθείς της νύχτας τη βαριά σιωπή
άσε τον εαυτό σου λεύτερο
δεν έχουν τόπο στη παρέα μας τα δήθεν
κι εγώ , το ξέρεις , είμαι ανοιχτή σ΄ότι κι αν πεις.


Της μοναξιάς τη λέλαπα ξόρκισε μ΄ένα δάκρυ
κι αν η καρδιά κουράστηκε από την αδιαφορία
κοίτα στα μάτια μου και θα το δεις
είμαι εδώ για σένα πάντα και σε νοιάζομαι


Ψάχνω δυο μάτια να ξεκουράσω το βλέμμα μου
μια ψυχή ανοιχτή σα μαγιάτικο γαρύφαλλο
ένα ζευγάρι χέρια ν΄αντέξουν τα κρύα δικά μου.
Ίσως μου πεις "ζητάς πολλά ..."

Ναι μα τα δίνω όλα !


ΑΣΣΗ Τ.

Είμαστε το αρνητικό του ονείρου

γι΄ αυτό φαινόμαστε μαύροι κι άσπροι

και ζούμε τη φθορά πάνω

σε μια ελάχιστη πραγματικότητα


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Οι άγγελοι είναι λευκοί πυρωμένοι λευκοί


και το μάτι μαραίνεται που θα τους αντικρίσει


και δεν υπάρχει άλλος τρόπος


πρέπει να γίνεις σαν τη πέτρα


όταν γυρεύεις τη συναναστροφή τους.


κι όταν γυρεύεις το θαύμα πρέπει να σπέιρεις


το αίμα σου στις οχτώ γωνιές των ανέμων


γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά παρά


κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες του ανθρώπου




ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008


Άγγελε συ που κάπου εδώ γύρω πετάς ,


Πολυπαθής κι αόρατος ,


πιάσε μου το χέρι


Χρυσωμένες έχουν τις παγίδες οι άνθρωποι


Κι είναι ανάγκη να μείνω απ΄τους απ΄έξω.


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008




Θέλω


Να γίνει ο κόσμος
Πιο ωραίος,
Να πάψει
Κάτω απ΄το άσπρο
κι απαλό σαν το μετάξι χιόνι
Να βασιλεύει η ατιμία,
Θέλω
Να μη σκίάζονται
Τα μωρά στις κούνιες τους.
Να μην κομματιάζονται
Οι ολοζώντανοι
Ολόθερμοι
Άνθρωποι
Αφήστε, κάτω απ΄το άσπρο
Κι απαλό σαν το μετάξι χιόνι
Να γίνουν αληθινά τα όνειρά μας

.........................................................

Αχ πόσο είναι πικρό
Να μένεις έτσι σιωπηλός
Στα χέρια των φονιάδων
Την ώρα που στενάζει ο λαός
Όταν δουλεύουν στραβά τα εργοστάσια
Όταν δεν καλλιεργείται σωστά η γη
Όταν ο πρώτος λογίζεται τελευταίος
Κι οι τελευταίοι γίνονται αρχηγοί

............................................................

ΑΤΑΟΛ ΜΠΕΧΡΑΜΟΓΛΟΥ

ΝΤΡΟΠΗ

Ντροπή στη κοινωνία που σκότωσε ένα παιδί.

Ντροπή στη κοινωνία που οπλίζει το χέρι ανίδεων

ανεκπαίδευτων και φοβισμένων ανθρωπάκων

Ντροπή στους όποιους υπέυθυνους που κατόπιν

εορτής προσπαθούν να μαζέψουν τα αμάζευτα.

Ντροπή στη κοινωνία που αντί να ενσταλάζει στα παιδιά

πολιτισμό τα δηλητηριάζει με οργή και θυμό τέτοιου

επιπέδου που να καίνε την Ελλάδα.

ΣΚΟΤΩΣΑΝ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008

Εδώ στου δρόμου τα μισά έφτασε η ώρα να το πω
Άλλα είν' εκείνα που αγαπώ γι' αλλού,
γι' αλλού ξεκίνησα
Άλλα είν' εκείνα που αγαπώ γι' αλλού, γι' αλλού ξεκίνησα
Στ' αληθινά στα ψεύτικα το λέω και τ' ομολογώ

Σα να 'μουν άλλος κι όχι εγώ μες στη ζωή πορεύτηκα
Σα να 'μουν άλλος κι όχι εγώ μες στη ζωή πορεύτηκα
Όσο κι αν κανείς προσέχει

όσο κι αν το κυνηγά
Πάντα, πάντα θα 'ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει

Lazopoulos: 'To parapono' apo Arvanitaki!!!

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2008

Παντελής Θαλασσινός

Ήθελα να 'μαι η αφή στην άκρη των δακτύλων σου
ό,τι αγγίζεις να 'χει κάτι κι από μένα
να 'μαι τη νύχτα η φωνή χαμένων φίλων σου
που λεν τραγούδια παλιά κι αγαπημένα

Ήθελα να 'μαι εισιτήριο στην τσέπη σου
όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου
ήθελα να 'μαι εισιτήριο στην τσέπη σου
όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου

Ήθελα να 'μαι η σκιά στην άκρη των βλεφάρων σου
η μόνη λέξη στο παραμιλητό σου
να 'μαι η πρώτη ρουφηξιά απ' το τσιγάρο σου
κι η τελευταία η γουλιά απ' το ποτό σου

Θα 'θελα να 'μαι αστραπή που σβήνει μες στο βλέμμα σου
πάνω στο χέρι η τυχερή γραμμή σου
να 'μαι κρυμμένος πυρετός μέσα στο αίμα σου
για να ξυπνάω τις φωτιές μες στο κορμί σου


ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008

....Γιατί τη φύση το κακό πολλά κακή την έχει,μ΄έναν πόδα ΄ν όντε κινά,
και με τα χίλια τρέχει,
και πράματα που φαίνουνται εύκολα στην αρχή τως
είναι βαριά και δύσκολα πολλά στην-τέλειωσί τως-
κι όποιος τα ρέγετ΄ακλουθά, κι οτι τ΄αρέσει κάνει,
κομπώνεται καθημερνό, και με ντροπή τα χάνει.
Και τ΄άμοιστα καμώματα που τσ΄όρεξις αρέσου,
χάνουσι, και ζημιώνουσι, αμ΄όχι να κερδαίσου
Στον πόθον, όπου βρίσκεσαι,σαν γέλιο εκινήθη,
κ΄εδά ξαμώνει κίντυνα και γκρεμνισμούς στα βύθη ...

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ
Β. ΚΟΡΝΑΡΟΣ
Κι αν δε μπορείς να κάμεις
τη ζωή σου όπως την θέλεις
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στις πολλές κινήσεις κι ομιλίες

Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ΄εκθέτωντάς την
στων σχέσεων κ΄των συναναστροφών
την καθημερινή ανοησία
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Κ.ΚΑΒΑΦΗΣ



















Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

ΘΑΛΑΣΣΑ


Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ΄όνειρό μου

κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,

κι αν σέρνομαι στ΄ακάθαρτα του δρόμου,

πουλάκι με σπασμένα τα φτερά


κι αν έχει πριν ανοίξει, το λουλούδι

στο κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,

το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι

κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί


κι αν έθαψα την ίδια την ζωή μου

βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ

καθάρια πως ταράζεται η ψυχή μου

σα βλέπω το μεγάλο ουρανό,


η ΘΑΛΑΣΣΑ σαν έρχεται μεγάλη,

και υγραίνοντας την άμμο το πρωί,

μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,

μου λέει για κάποια που ΄ζησα ζωή!


Κ.ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2008


Σκύψε μεσ΄το βιβλίο σου,
μη ζητάς προβλήματα, ρωτήματα,
όλα να τα καταλάβεις
μόνο τη καρδιά σου
να ρωτάς μη παύεις.

Κ. ΠΑΛΑΜΑΣ
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με
--όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ' επιθυμία παλιά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ' αισθάνονται τα χέρια σαν ν' αγγίζουν πάλι.
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,

όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται....

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1912)